Γιατί ο Ρολάν Μπαρτ θα αντιπαθούσε σήμερα τους χίπστερ

Φωτό άρθρου

Ο Ρολάν Μπαρτ διέκρινε από νωρίς ένα ολόκληρο σύστημα στη μόδα, μια γλωσσολογία αλλά και μια ηθική κατάσταση που μας βοηθάει να διακρίνουμε το αυθεντικό από το ψευδεπίγραφο, όπως φαίνεται στο βιβλίο «Το μπλε είναι φέτος στη μόδα...» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πλέθρον

 

Το μπαρούτι που ενεργοποιούσε τις βόμβες που κρατούσε στα χέρια του ο Ρολάν Μπαρτ στην καρδιά του πανεπιστημιακού συστήματος θα καίνε για καιρό: αρκεί κανείς να τον φανταστεί να ξεφυλλίζει περιοδικά μόδας, όπως το «Elle», και να γράφει εκεί κείμενα σημειολογικής ανάλυσης, για να αντιληφθεί τη μεγάλη επανάσταση που επέφερε στους κόλπους των ανθρωπιστικών σπουδών. Με τη δική του ματιά, που δεν χρωστούσε δάνεια σε καμία θεωρητική συνθήκη παρά έπαιρνε από παντού, επέμενε πως αν θέλεις να χτυπήσεις το σύστημα, οφείλεις να το ορίσεις με ενάργεια από μέσα. Η ειρωνεία του έγινε σοβαρότητα και η σοβαρότητα απόλυτη ειρωνεία, ακόμα και όταν ανέλυε σημειολογικά το κιτς ή όταν έγραφε τις γλωσσολογικές του αναλύσεις σε περιοδικά μόδας. Σταδιακά θα ανακαλύψει τα δαιμόνια της αμφισημίας στις έννοιες της πραγματικότητας και στα κλισέ, ώστε μια μέρα οι γραφειοκράτες της σκέψης να καταλάβουν πως αυτό που πάντοτε ξέφευγε από τη γλώσσα, αυτό που εκείνοι ξεπέταγαν ως απλοϊκό, αυτό το πολύ απλό «το μπλε είναι πάντοτε της μόδας», είναι που θα ακυρώσει με την αλληγορική του δύναμη ολόκληρο το σύστημα της σκέψης. Ως εκ τούτου, ο Μπαρτ, αναζητώντας τον πλούτο των εννοιών στις παρυφές του λόγου, δεν δίστασε να σκοτώσει τον συγγραφέα ως ναρκισσευόμενο παντοκράτορα και να στήσει παιχνιδιάρικα τα lego μιας σκέψης που δεν χρειαζόταν πια έναν ακκιζόμενο ποιητή παρά έναν ψυχρό αποκρυπτογράφο.   Ο δανδισμός ήταν αυθεντικός ακριβώς γιατί δεν ξέπεφτε στην εκκεντρικότητα «που είναι μια μορφή άκρως ευεπίφορη στη μίμηση» και λειτουργούσε αντίθετα με τα νέα τρεντ ή τους κάθε λογής χίπστερ που αναδεικνύουν το διαφορετικό ακριβώς επειδή μιμούνται ένα ολόκληρο σύστημα συμπεριφορών. Επομένως, αυτό που σκότωσε τον δανδισμό είναι ότι απαρνήθηκε την πρωτογενή του ταυτότητα και κάποια στιγμή εξελίχτηκε σε μόδα.  

Ο ίδιος είχε μια περιέργεια και μια ανάλυση για το καθετί: σίγουρα, αν ζούσε, θα ανέλυε επί μακρόν τις ψευδεπίγραφες εξαγγελίες κινημάτων που αιχμαλωτίζονται στις επιταγές του στυλ, θα είχε πολλά να πει για τους υποτιθέμενους αντιρρησίες που ουσιαστικά ακυρώνονται από την ίδια τους την εκκεντρικότητα. Τότε τολμούσε, φορώντας τα καλοσιδερωμένα του πουκάμισα και τις επιβλητικές του καμπαρντίνες, να τα βάλει με τους χίπηδες, μιλώντας για ένα «καρικατουρίστικο αντίγραφο της οικονομικής αλλοτρίωσης που διακρίνεται αντίστροφα από μια θετική ανευθυνότητα». Δεν υπάρχει μεγαλύτερη παγίδα από ένα κίνημα που αρνείται την προφάνεια από το να παγιδευτεί σε αυτό που υποτίθεται ότι αρνείται: και εδώ ακριβώς έγκειται η ολοκληρωτική αυτοπαγίδευση ψευδοκινημάτων, όπως είναι σήμερα το κίνημα των χίπστερ. Στα κείμενα του Ρολάν Μπαρτ για την ένδυση και τη μόδα, που περιλαμβάνονται στην άκρως ενδιαφέρουσα συλλογή Το μπλε είναι φέτος στη μόδα... από τις εκδόσεις Πλέθρον, σε ωραία μετάφραση από τον Βασίλη Πατσογιάννη, αναλύονται όλες οι υποτιθέμενες σημειολογικές αντιθέσεις στο σύστημα της μόδας, εντοπίζεται η βαθιά κανονικότητα και κανονιστικότητα που διέπουν τη μόδα και το ένδυμα ως γεγονότα πέρα από την πρακτική και καλλωπιστική τους λειτουργία, αναδεικνύεται η αιώνια δύναμη του γούστου σε αντίθεση με την ευκαιριακή ευτέλεια ενός πρόσκαιρου στυλ και, τέλος, αναλύεται σε βάθος το φαινόμενο του δανδισμού και των αυθεντικών επαναστατών της μόδας, όπως η Σανέλ.   Η ειρωνεία του έγινε σοβαρότητα και η σοβαρότητα απόλυτη ειρωνεία, ακόμα και όταν ανέλυε σημειολογικά το κιτς ή όταν έγραφε τις γλωσσολογικές του αναλύσεις σε περιοδικά μόδας.  

Εν προκειμένω, ο Μπαρτ επικαλείται τον δανδισμό για να παραπέμψει σε μια ανατρεπτική διάσταση της μόδας που καμία σχέση δεν έχει με την εφήμερη ευτέλεια ανατρεπτικών κινημάτων όπως ο χιπισμός για τον απλούστατο λόγο ότι ο δανδισμός αναζητούσε, μέσα από τη λεπτομέρεια, την αλλαγή ολάκερου του συστήματος διαμορφωμένης σκέψης. Μέσα από το ελάχιστο «κάτι» ο δανδισμός, ως καλλιτεχνικό πλέον κίνημα, κατάφερνε και «έθραυε» το ένδυμα, καταδεικνύοντας ότι εκείνο οφείλει να είναι κάτι παραπάνω από ένα αντικείμενο χρήσης: ένα ένδυμα επεξεργασίας. Πρόκειται για μια καθαρά ηθική διάσταση του ενδύματος που μεταλλάσσει συστήματα, τεχνικές και συμπεριφορές. Ο δανδισμός ήταν αυθεντικός ακριβώς γιατί δεν ξέπεφτε στην εκκεντρικότητα «που είναι μια μορφή άκρως ευεπίφορη στη μίμηση» και λειτουργούσε αντίθετα με τα νέα τρεντ ή τους κάθε λογής χίπστερ που αναδεικνύουν το διαφορετικό ακριβώς επειδή μιμούνται ένα ολόκληρο σύστημα συμπεριφορών. Επομένως, αυτό που σκότωσε τον δανδισμό είναι ότι απαρνήθηκε την πρωτογενή του ταυτότητα και κάποια στιγμή εξελίχτηκε σε μόδα.

Με άλλα λόγια, ο δανδισμός αυτοεξουδετερώθηκε,πέθανε από τα ίδια του τα μέσα ακριβώς τη στιγμή που μετατράπηκε σε χιπστερισμό. Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο εγκλωβισμού και για τα υπόλοιπα κινήματα, όταν εγκλωβίζονται σε αυτό που αρνούνται ή μιμούνται, όπως οι χίπηδες που έμοιαζαν να ακυρώνονται όταν μετατοπίστηκαν, έστω και νοερά, σε ένα φτωχό, εργατικό περιβάλλον. Τι νόημα έχει ένας χίπης σε μια φτωχογειτονιά, ένα συγκείμενο που τον καθιστά αυτομάτως γραφικό, ήταν η εύλογη απορία του Ρολάν Μπαρτ που αγνάντευε τις ψευδεπίγραφες κατακτήσεις των χίπηδων κραδαίνοντας ψηλά την παντιέρα της αυθεντικότητας.  

Η Σανέλ η μόνη αυθεντική Αυτήν, επομένως, την οντολογική σύσταση της Μόδας που αποθεώνει το ευκαιριακό και δοξάζει αυτό που είναι καταδικασμένο στον θάνατο, έχοντας «καταστρέψει ό,τι μόλις πριν είχε λατρέψει, ενώ λατρεύει αυτό που πρόκειται να καταστρέψει» ορίζει ο Μπαρτ ως αποκλειστικό –με την έννοια του αποκλεισμού– χαρακτήρα της Μόδας. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιοι που, καταφεύγοντας σε αυτές τις ευκαιριακές οντότητες και τα υλικά, έδειξαν να επαναστατούν ενάντια στο εγγενώς εφήμερο της Μόδας, όπως η Σανέλ. Πρόκειται γι' αυτούς που αναζητούσαν τη λεπτομέρεια χωρίς να το φωνάζουν, που ανέδειξαν με τρόπο ρηξικέλευθο και συνάμα ανεπαίσθητο την κοινωνική-αισθητική λειτουργία του ενδύματος, προασπιζόμενοι μια εντελώς διαφορετική θέαση των όντων: «Η γυναίκα της Σανέλ δεν είναι η αργόσχολη κοπέλα αλλά η κοπέλα που έρχεται αντιμέτωπη με μια εργασία η οποία είναι και η ίδια χαμηλότονη, ακαθόριστη, ενώ αφήνει να φανεί στο απαλό, στο πρακτικό και συνάμα φινετσάτο ταγιέρ της όχι το περιεχόμενο της εργασίας (δεν είναι μια φόρμα) αλλά το αντιστάθμισμά της, μια έξοχη μορφή του ελεύθερου χρόνου, η κρουαζιέρα, το γιοτ, το βαγκόν-λι, εν ολίγοις το μοντέρνο και το αριστοκρατικό ταξίδι, όπως το ύμνησαν ο Πολ Μοράν, ο Βαλερί Λαρμπό. Έτσι, από όλες τις μόδες, το στυλ Σανέλ είναι ίσως, και παραδόξως, το πλέον κοινωνικό, διότι εκείνο εναντίον του οποίου πολεμά, εκείνο το οποίο απωθεί δεν είναι, όπως πιστεύεται, οι φουτουριστικές προκλήσεις της νέας ραπτικής αλλά μάλλον οι χυδαιότητες του μικροαστικού ενδύματος: ενδέχεται, επομένως, η Σανέλ να έχει τη μεγαλύτερη επιτυχία σε κοινωνίες που νιώθουν και πάλι την ανάγκη για μια αισθητική ώθηση, όπως, για παράδειγμα, στη Μόσχα – όπου και πάει συχνά».

Κι εδώ ακριβώς έγκειται ο κανονιστικός και θεσμικός χαρακτήρας της Μόδας: στην έντονα κοινωνική της διάσταση, στο ότι ανακυκλώνει, αναδεικνύει ή ενδεχομένως ακυρώνει έναν ολόκληρο μηχανισμό κατασκευής και εδραίωσης στερεοτύπων, συνιστώντας μια ολόκληρη μυθολογία. Με άλλα λόγια, διαμορφώνει ένα σύστημα που ξεπερνά την καλλωπιστική και πρακτική διάσταση του ενδύματος και επιτελεί μια σημασιοδοτική λειτουργία που αυτομάτως την οδηγεί κοντά στη γλώσσα.   Πηγή: www.lifo.gr

Εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ Newsletter