Βιοπολιτική της σάρκας

Φωτό άρθρου

ΤΗΣ ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ
 
MICHAEL FOUCAULT, Ιστορία της σεξουαλικότητας, 4. Οι ομολογίες της σάρκας, Μετάφραση: Θανάσης Λάγιος, εκδόσεις Πλέθρον, σελ. 546
 
«Αυτή η διάλεκτος προκαλεί ανησυχία με τη δισημία της: κάθε ισχυρισμός μπορεί κάλλιστα να σημαίνει το αντίθετό του… Οι ομιλούντες αυτή τη γλώσσα καταφεύγουν σε κάθε είδους πληροφορίες· είναι ειδικοί στον ακριβέστατο υπολογισμό, την κατασκοπία και τις εκλεπτυσμένες ανακρίσεις. Παρ’ όλα αυτά, όσο πιο αθώο δείχνει ό,τι έρχεται στο φως, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η υποψία τους· και στην αλχημεία της αμφιβολίας κάθε πρόταση μεταμορφώνεται σε πειστήριο προδοσίας, έτσι ώστε να ζουν μέρα-νύχτα στην καχυποψία».[1]
 
Με κάθε ανάγνωση βιβλίου και ανάλογα με το πώς τοποθετούμαστε ποικιλοτρόπως στο «εδώ και τώρα», παρατάσσεται πληθώρα πολλών «φωνών». Οι φωνές αυτές προσανατολίζουν σε νέες διαλογικές αντιπαραθέσεις για τα κοινωνικά φαινόμενα. Η σύμπραξη συγγραφέων-κειμένων προκύπτει κάποιες φορές «αυθόρμητα» με εκκίνηση τις θέσεις των αναγνωστών και άλλες με βάση τις ιστορικές διαδρομές των αναδυόμενων θεματικών. Στην περίπτωση των «ομολογιών της σάρκας» συνομιλούν ο Ceronetti[2], o Buchmann[3], ο Billig[4], αλλά και η Speer[5]. Η διλημματικότητα του λόγου και της σκέψης, το φύλο, η επιθυμία ως λαγνεία και αμαρτία, η θρησκεία ως διαμορφώτρια τεχνικών διαχείρισης του βίου και του σώματος, η λεπτομερής ιστορική παρακολούθηση των αλλαγών που συντελέστηκαν στους μηχανισμούς ελέγχου των σχέσεων και της σεξουαλικότητας είναι μερικά μόνο από τα θέματα που ανακινούνται.  

 

Το κείμενο αποτελεί τον τέταρτο τόμο της «Ιστορίας της σεξουαλικότητας». Ο Φουκώ ξεκίνησε να τον επιμελείται λίγο πριν τον θάνατό του, το 1984. Τριάντα περίπου χρόνια μετά, το βιβλίο εκδίδεται, αντίθετα στην επιθυμία του Φουκώ, ο οποίος δε συμφωνεί με την μετά θάνατον έκδοση κειμένων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο ουσιαστικός μεταφραστής του Θανάσης Λάγιος, «ενδεχομένως ό,τι φαίνεται ως απιστία» μπορεί «να αποτελεί απλώς μια φανέρωση πίστης» (σ.10), παραθέτοντας το σχόλιο των Ντελέζ και Φουκώ για την ανάγκη του αναγνώστη να ονειρεύεται και την οφειλή των στοχαστών να του προσφέρουν τα μέσα για να το κάνει.
Το βιβλίο βρίσκεται εντός της «ιστορικής προοπτικής μιας γενεαλογίας του υποκειμένου της επιθυμίας» (σ.16) από την αρχαιότητα έως τον Άγιο Αυγουστίνο. Παρακολουθούνται λοιπόν και αναλύονται οι μεταβάσεις στην «προβληματικοποίηση» της σάρκας, στο βιοπολιτικό σύστημα της σεξουαλικότητας με βάση τα θρησκευτικά/φιλοσοφικά κείμενα. Κομβικής σημασίας είναι η  «ποιμαντορική κυβερνητικότητα» (σ.19), η λεπτομερής δηλαδή καθοδήγηση των ατόμων με σκοπό τη σωτηρία τους. Παρουσιάζονται επίσης οι διαπραγματεύσεις κανόνων σεξουαλικότητας ως προς το σώμα, τον θεό, τη σύζυγο, τον εαυτό, και την αλήθεια.
Η σάρκα περνά από εξονυχιστικούς τεχνικούς ελέγχους, ώστε να «αποκοπεί» από τη λαγνεία και την αμαρτία. «Οι ομολογίες της σάρκας» φανερώνουν τον ανεξέλεγκτο ανθρώπινο πόθο και συνδέονται με ένα εξαντλητικό σύστημα διαρκούς ενοχής και εξομολόγησης, προκειμένου να διασφαλιστεί η σωτηρία του ανθρώπινου πνεύματος στην έλευση της βασιλείας του θεού.
Στη δίαιτα των αφροδισίων ο Κλήμης παραθέτει ένα λεπτομερές σώμα υπαγορεύσεων για τη σεξουαλικότητα και την τεκνοποίηση, ενώ στην εξέλιξη των οδηγιών για τη σεξουαλικότητα του σώματος, η παρθενία εξυμνείται ως υπέρτατη πράξη ένωσης με τον θεό. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο Λόγος ταυτίζεται με την αλήθεια, την αρετή και το θείο, με συγκεκριμένους κώδικες αυτοσυγκράτησης. Η «αποφυγή της ακαθαρσίας» συνοδεύεται από συνεχή εξομολογητικό λόγο και ταυτίζεται με επαγρύπνηση «η οποία δεν καταθέτει ποτέ τα όπλα, μια υποψία που οφείλει να εκτείνεται παντού και σε κάθε στιγμή εναντίον του ίδιου του εαυτού» (σ.330).  Οι «δαιμονιώδεις λογισμοί» (σ. 307) «απειλούν» την κυριαρχία της ψυχής ως προς τον εαυτό της, ενώ η εκκλησία κατά τον Αυγουστίνο λειτουργεί ως κοινωνικό ενοποιητικό στοιχείο, ορίζοντας κοινωνικούς κανόνες, νόμους και ρυθμίσεις δικαίου. «Κλείνουμε τα αυτιά μας για να μην αφουγκραστούμε στον ερωτικό μας λόγο, στα πιο εκλέπτυσμένα ρομάντζα μας, σαν μπάσο κοντίνουο, τον βρυχηθμό της Ζωής που απαιτεί την πληρωμή του χρέους.»[6]. Εξάλλου, εκτός από τους θεωρητικούς της εκκλησίας «αυτή η ηδονοβλεπτική επιθυμία της γνώσης, πάντα διαψευσμένη, εμψύχωνε τους σοφούς του περασμένου αιώνα, που τους άρεσε να παίζουν τους ασκητές στην επαγγελματική τους ζωή: καθόλου γυναίκες στο εργαστήριο ή στη σχολή, όχι σεξ, τίποτε, μόνο η αλήθεια».[7]
Έτσι, στα θεωρητικά κείμενα της εποχής, εντοπίζονται συνεχόμενες θεολογικές παρεισφρήσεις με εξιδανικευμένες προτροπές για την τέχνη του βίου. Το βιβλίο αποτελεί σταθερή υπόμνηση κάθε ηθικοπλαστικής απόπειρας ελέγχου της επιθυμίας και του ερωτισμού. Τελικά, κάθε εξιδανικευτική θεώρηση θεωρίας και πράξης δε συνθέτει απλώς μια θέση για τον ιδανικό τρόπο ζωής, αλλά αποτελεί σύνθετο πλέγμα -πάντα υλικό- ελέγχου και επιβολών συμμόρφωσης της επιθυμίας. Όλες αυτές οι εκδοχές λόγων που αγωνίζονται «να αποκαλύψουν τη μοναδική αλήθεια», ορίζουν διαρκή δίπολα: καλό/κακό, αρετή/αμαρτία, πίστη/απιστία. Συγκροτείται, λοιπόν, με τους μηχανισμούς ελέγχου και τις εξομολογητικές πρακτικές αναζήτησης της αλήθειας, η εξύμνηση μιας ασφυκτικής ηθικής πνευματικότητας, ολοένα και πιο υλικής, όσο πιο πετυχημένα ελέγχονται τα σώματα και οι επιθυμίες. Κυνηγώντας την ενάρετη ζωή ή την ένωση με τον θεό αποδυναμώνεται η ζωή στον πραγματικό χρόνο.
Το βιβλίο αναδεικνύει επίσης, τις ιδεολογικές λειτουργίες του τρίπτυχου «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», που ταυτίζεται με τα ελληνορθόδοξα ήθη και ταυτότητα. Με τη λεπτομερή ιστορική καταγραφή των μετασχηματισμών του ελέγχου της σεξουαλικότητας, ανοίγονται νέες δυνατότητες διατύπωσης πολιτικών αντίστασης στη θεωρία και την πράξη.  «Πλέον το ζήτημα έχει κλείσει» (σ.28), αναφέρει ο Gros, ως «προειδοποίηση» για την ολοκλήρωση της «Ιστορίας της σεξουαλικότητας» με αυτόν τον τόμο. Οι επιθυμίες και οι θεωρίες παραμένουν, όμως, διαρκώς υπό διαπραγμάτευση, καθώς, όπως αναφέρει και ο μεταφραστής του βιβλίου, υπάρχει πάντα η «αξία τού να παραμείνουμε αβέβαιοι μετά βεβαιότητας και να ανοιχτούν τρύπες στην αλήθεια» (σ.13).
 
Η Κωστούλα Μάκη είναι κοινωνική ψυχολόγος (ΜΑ, Ph.D)

[1] Buchmann, J. (2019) Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, μετάφραση: Συμεών Γρ. Σταμπουλού, Αθήνα: Άγρα, σ. 29.

[2] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος. Αθήνα: Ροές.

[3] Buchmann, J. (2019) Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ, Αθήνα: Άγρα.

[4] Billig, M., Condor, S., Edwards, D., Gane, M., Middleton, D. and Radley, A.R. (1988). Ideological Dilemmas. London: Sage Publications.

[5] Speer, S. (2005). Gender Talk: Feminism, Discourse and Conversation Analysis. London: Routledge.

[6] Botul, J. B. (2012) η σεξουαλική ζωή του Καντ. Αθήνα: Νεφέλη, σ. 104.

[7]  Στο ίδιο, σ. 100

 

Δείτε επίσης

Εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ Newsletter

Αρχείο